Προφυλακιστέοι και οι έξι κατηγορούμενοι για το κύκλωμα διαφθοράς στις πολεοδομίες
Όλοι τους αρνήθηκαν όσα τους αποδίδονται.
Στη φυλακή οδηγούνται, μετά την ολοκλήρωση των απολογιών τους, και οι έξι κατηγορούμενοι που φέρονται να εμπλέκονται στο κύκλωμα διαφθοράς το οποίο αποκαλύφθηκε στους κόλπους των πολεοδομικών υπηρεσιών και της τοπικής αυτοδιοίκησης. Ειδικότερα, προϊστάμενοι και υπάλληλοι σε πολεοδομίες της Αττικής, μια γενική γραμματέας δήμου της Αττικής και ένας ιδιώτης, όλοι κρίθηκαν προσωρινά κρατούμενοι.
Οι κατηγορούμενοι προσήλθαν διαδοχικά στο γραφείο του ανακριτή Διαφθοράς λίγο μετά τις 11 το πρωί, με τη διαδικασία των απολογιών να διαρκεί πολλές ώρες. Όλοι τους αρνήθηκαν όσα τους αποδίδονται και ισχυρίστηκαν ότι δεν έλαβαν ποτέ παράνομα χρήματα για την άσκηση των καθηκόντων τους.
Σε βάρος τους έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για σειρά σοβαρών αδικημάτων, μεταξύ των οποίων η συγκρότηση, ένταξη και διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, η δωροληψία και δωροδοκία κατ’ επάγγελμα και κατ’ εξακολούθηση, η παράβαση καθήκοντος, η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες σε διακεκριμένη μορφή, καθώς και η εμπορία επιρροής.
Προφυλακιστέοι κρίθηκαν τόσο το ζευγάρι που φέρεται να είχε ηγετικό ρόλο στην οργάνωση - ένας 59χρονος και μία 50χρονη - όσο και οι τέσσερις συγκατηγορούμενοί τους. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, τα μέλη του κυκλώματος φέρονται να εμπλέκονταν σε χρηματισμούς, δωροληψίες και δωροδοκίες, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις τα παράνομα έσοδα φέρονται να νομιμοποιούνταν ακόμη και μέσω της αγοράς έργων τέχνης.
Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά, η πολυσέλιδη δικογραφία που έχει σχηματιστεί για την υπόθεση περιγράφει τη λειτουργία μιας εγκληματικής ομάδας με σαφή δομή, καταμερισμό ρόλων και διαρκή δράση. Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, τα μέλη της φέρονται να διευκόλυναν πολεοδομικές παραβάσεις και αυθαίρετες κατασκευές, ζητώντας ως αντάλλαγμα χρηματικά ποσά ή άλλα ωφελήματα, κατά παράβαση των υπηρεσιακών τους υποχρεώσεων.
Οι Αρχές διαπίστωσαν επίσης ότι τα εμπλεκόμενα πρόσωπα απέφευγαν, όπου ήταν δυνατόν, να συζητούν τις παράνομες δραστηριότητές τους μέσω συμβατικών τηλεφωνικών κλήσεων. Για την επικοινωνία τους χρησιμοποιούσαν εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων, όπως Viber, WhatsApp και Telegram, ενώ συχνά κατέφευγαν σε κωδικοποιημένες εκφράσεις, όπως «καφές», «εργαλεία», «σχέδια» και «χαρτιά», προκειμένου να αναφέρονται σε χρηματικά ποσά.